Παροιμίες

Παροιμίες είναι σύντομα αποφθέγματα που εκφράζουν (τις περισσότερες φορές με αλληγορικό τρόπο) ισχυρισμούς που αποτελούν το απόσταγμα μακράς πείρας πολλών ανθρώπων.

΄Ετσι οι παροιμίες προσλαμβάνουν πολλές φορές διδακτική σημασία. Διακρίνονται από ζωηρή και πλούσια σε εικόνες φαντασία, ενώ τις περισσότερες φορές έχουν τη μορφή κάποιου δίστιχου.

"Η ιδιοφυϊα, η εξυπνάδα και το πνεύμα ενός έθνους φανερώνονται στις παροιμίες του"

F. Bacon

Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. 

 

Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τον εβγάλαμε.

 

Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι.

 

Άλλα τα μάτια του λαγού και άλλα της κουκουβάγιας.

 

Άλλος έχει τ΄όνομα και άλλος τη χάρη.

 

Αλλού τ΄όνειρο κι αλλού το θάμα.

 

Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν' οι κότες.

 

Αν δεν αστράψει, δε βροντά.

 

Αν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς.

 

Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πάς.

 

Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει.

 

Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει.

 

Αν βρέξει ο Απρίλης δυό νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε κείνον το ζευγά πούχει πολλά σπαρμένα.

 

Ανύπαντρος προξενητής για πάρτη του γυρεύει.

 

Απ' τ' αυτί και στο δάσκαλο.

 

Άπλωνε το πόδι σου, κάτω το πάπλωμά σου.

 

Απρίλης με τα λουλούδια και Μάης με τα ρόδα.

 

Από αγκάθι βγαίνει ρόδο και από ρόδο βγαίνει αγκάθι.

 

Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

 

Από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί.

 

Από 'ξω κούκλα και από μέσα πανούκλα.

 

Άρπαξε να φάς και κλέψε να 'χεις.

 

Άσπρος ήλιος, μαύρη μέρα.

 

Άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα.

 

Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δυο φορές το χρόνο.

 

Άφησε το γάμο και πάει για πουρνάρια.

Α

Παροιμία-->Παρά-οιμός-->Κοντά στο δρόμο

Β

Βαράει το σαμάρι, ν' ακούσει το γαϊδούρι.

 

Βασιλικός κι αν μαραθεί την μυρωδιά την έχει.

 

Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε και τους ζωντανούς.

Γ

Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται, και η γλάστρα.

 

Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι.

 

Γουρούνι στο σακί.

Δ

Δείξε μου το φίλο σου, να σου πώ ποιός είσαι.

 

Δεν χωράει ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι.

 

Δεν ξέρει να μοιράσει δυό γαϊδάρων άχυρο.

 

Δεν είμαι φαγάς, είμαι παραπονιάρης.

 

Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα.

 

Δυό καρπούζια δεν χωράνε σε μια μασχάλη.

 

Δώδεκα η αλεπού, δεκατρία το αλεπόπουλο.

Ε

΄Εβαλαν το λύκο να φυλάξει τα πρόβατα.

 

΄Εβαλε το κεφάλι του στο ντορβά.

 

΄Εβγα έξω και πομπέψου κι έμπα μέσα και πορέψου.

 

Εγώ το λέω στο σκύλο μου, κι ο σκύλος στην ουρά του.

 

΄Εκαψα την καλύβα μου, να μη με τρων οι ψύλλοι.

 

΄Εμαθα γδυτός και ντρέπομαι ντυμένος.

 

΄Ενα το 'χει η Μαριορή, τι στεγνώνει το φορεί.

 

΄Ενας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.

 

Εφτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα 'ρθεις.

 

΄Εχε τα πόδια σου ζεστά την κεφαλή σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρύ, γιατρού δεν έχεις χρεία.

 

Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου. 

Ζ

Ζήσε Μάη μου να φάς τριφύλλι.

Η καλή νοικοκυρά, είναι δούλα και κυρά.

 

Η αλεπού είχ' εργατιά και κείνη ακριδολόγαγε.

 

Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει.

 

Η γριά το μισοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει.

 

΄Η μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου.

Η

Κ

Και μ' εκατό στη φυλακή και με τα χίλια μέσα.

 

Καινούριο κοσκινάκι μου, και πού να σε κρεμάσω.

 

Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.

 

Κάλλιο πέντε και στο χέρι πάρα δέκα και καρτέρι.

 

Κάλλιο να σου βγεί το μάτι παρά το όνομα.

 

Κάνει την τρίχα τριχιά.

 

Κανεις το χωριάτη φίλο; Κράτα και κομμάτι ξύλο.

 

Κανένας δεν άγιασε τον τόπο του.

 

Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.

 

Κατά μάνα κατά κύρη, το παιδί και η θυγατέρα.

 

Κάποιου του χαριζάνε ένα γάιδαρο και τον κοίταγε στα δόντια.

 

Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει.

 

Κίνησε ο Εβραίος να για το παζάρι και ήταν η μέρα Σάββατο.

 

Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.

 

Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει.

Λ

Λαγός τη φτέρη κούναγε, κακό του κεφαλιού του.

 

Λείπει ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια.

Μ

Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.

 

Με στραβό σαν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις.

 

Με το νου πλουταίν' η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα.

 

Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα.

 

Μην παίζεις με τη φωτιά.

 

Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό.

 

Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.

 

Μια αλεπού κοψονούρα όλες τις θέλει κοψονούρες.

 

Μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα.

 

Μπάτε σκύλοι κι αλέστε.

 

Μπρός τα κάλλη τι είν' ο πόνος.

Να μου λείπει το βύσσινο.

 

Να λες τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.

 

Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει τι να φάει.

 

Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει.

Ν

Ο

Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει.

 

Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.

 

Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.

 

Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.

 

Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει.

 

Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει.

 

Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.

 

Ο βήχας και ο παράς δεν κρύβονται.

 

Ο τρελός είδε το μεθυσμένο και έφυγε.

 

Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο.

 

Ο λύκος από τα μετρημένα τρώει.

 

Ο ύπνος θρέφει τα μωρά και ο ήλιος τα μοσχάρια.

 

Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια.

 

΄Ολα τα γουρούνια μια μύτη έχουνε.

 

΄Ολα του γάμου δύσκολα και η νύφη γκαστρωμένη.

 

΄Ολα τα 'χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε.

 

΄Ολοι-όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια.

 

Όλοι κλαίν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ'αυλάκι.

 

Όμοιος τον όμοιο και η κοπριά στα λάχανα.

 

Όποιος μπαίνει στο χορό χορεύει.

 

Όποιος βαριέται να ζυμώσει, πέντε ημέρες κοσκινάει.

 

Όποιος σκάβει το λάκκο τ' αλλουνού πέφτει ο ίδιος μέσα.

 

Όποιος έχει πολύ πιπέρι βάζει και στα λάχανα.

 

Όποιος κρύβει την αρρώστια του πάει μαζί με δ' αύτη.

 

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.

 

Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια.

 

Όποιος μικρομάθει, δε γερονταφήνει.

 

Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.

 

Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι, αργεί να ξημερώσει.

 

Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά.

 

Όπου φτωχός και η μοίρα του.

 

Όπως μου βαράνε χορεύω.

 

Όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος.

 

Όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια.

 

Ό,τι έσπειρες θα θερίσεις.

 

Ούτε ψύλλος στον κόρφο του.

Π

Παπούτσι απ΄τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.

 

Πάρ' τον στο γάμο σου να σου πεί και του χρόνου.

 

Παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγεί η ψυχή του.

 

Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του.

 

Πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε.

 

Περσινά ξινά σταφύλια.

 

Πέσε πίτα να σε φάω.

 

Πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι.

 

Πιάσ' τ' αυγό και κούρεψ' το.

 

Πιάστηκε σαν το ποντικό στη φάκα.

 

Πίνει η κότα το νερό, μα κοιτάει και το Θεό.

 

Πολλές φορές πάει η κολοκύθα για νερό, μία πάει και δε γυρίζει.

 

Που πάς ξιπόλητος στ' αγκάθια.

 

Πώς πάνε οι στραβοί στον Άδη; Ένας κοντά στον άλλονε.

 

Πώς πάν' αράπη τα παιδιά σου; Όσο πάνε και μαυρίζουνε.

Σ' εσέ το λέω πεθερά, για να τ΄ακούσει η νύφη.

 

Σαν το χιόνο στον κόρφο.

 

Σαν την καλαμιά στον κάμπο.

 

Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά.

 

Σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει.

 

Στερνή μου γνώση, να σ' είχα πρώτα.

 

Στην αναβροχιά, καλό είν' και το χαλάζι.

 

Στην γειτονιά τριανταφύλλο και μέσ' το σπίτι.

 

Στις εννιά του μακαρίτη, αλλός μπήκε μες το σπίτι.

 

Στο μπόι σου βρίσκεις, στην γνώμη σου δε βρίσκεις.

 

Στολίστηκε η νύφη και απόμεινε.

 

Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.

 

Στους στραβούν κυβερνάει ο μονόφθαλμος.

 

Στραβός βελόνι εγύρευε μέσα στον αχυρώνα.

 

Στραβός στραβό οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυο το βράχο.

 

Συμπέθεροι και κουμπάροι, τον πρώτο χρόνο έχουν τη χάρη.

Σ

Τ

Τ' αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη.

 

Της νύχτας τη δουλειά τη βλέπει η μέρα και γελά.

 

Τι είν' ο κάβουρας, τι είν' το ζουμί του.

 

Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα.

 

Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.

 

Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;

 

Το ράσο δεν κάνει τον παπά.

 

Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.

 

Το σιγανό το ποταμάκι να φοβάσαι.

 

Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο.

 

Το μυρμήγκι σαν είναι να χαθεί βγάζει φτερά.

 

Το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε.

 

Το αίμα νερό δε γίνεται.

 

Το κρύο με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει.

 

Το ινάτι βγάζει μάτι.

 

Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.

 

Το πολύ νταμάχι τρώει το στομάχι.

 

Τον ξεδιάντροπο φτύνανε και έλεγε ψιχαλίζει.

 

Τον φτωχό και το χωριάτη ξένη έγνοια τον γερνάει.

 

Του παιδιού μου το παιδί είναι δυό φορές παιδί μου.

 

Τού ΄ταξε λαγούς με πετραχήλια.

 

Τρείς το λάδι, τρείς το ξίδι, έξι το λαδόξιδο.

 

Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.

Φ

Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι.

 

Φάε κουμπάρε  ελιές. Καλό είν' και το χαβιάρι

 

Φωνάζει ο κλέφτης, για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.

Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα.

 

Χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει.

Χ

Ψ

Ψάχνει ψύλλο στ' άχυρα.

Παροιμιώδης Φράση Μαχαίρι Γροθιά
Παροιμίες Για Νίκο
Παροιμίες Κότα Γριά
Παροιμίες Λάχανα Παροιμιώδεις Φράσεις
Παροιμές Ελληνική Γλώσσα
Παροιμίες Για Γάμο Ελληνική Γλώσσα
Παροιμίες Γάμου Γλώσσα Παράδοση
Παροιμιώδεις Φράσεις Παπάς
Ελληνική Γλώσσα Παροιμίες Παπάς
Ελληνικές Παροιμίες
Παροιμίες Και Παροιμιώδεις Φράσεις
Παροιμές Για Φωτιά
Παροιμίες Αύγουστος
Παροιμίες Γάιδαρος

Επιλογές Παροιμιών

"Όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη"

"Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα"

 

"Η γλώσσα λανθάνουσα, τ' αληθή λέγει"

 

"Η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;"

 

"Η νύχτα βγάνει επίσκοπο, η αυγή μητροπολίτη"

 

"Ό,τι κάνουν οι βασίλισσες, το κάνουν και οι μαγείρισσες"

"Ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει"

© 2016-2019 δημιουργήθηκε από την ομάδα "Σωστός Λόγος"

Επικοινωνία:  sostoslogos@gmail.com