top of page

Να σου "επιστήσω" ή "εφιστήσω" την προσοχή;



επιστήσω ή εφιστήσω την προσοχή

Το ρήμα εφιστώ προέρχεται από το αρχαίο ρήμα εφίστημι (επί + ίστημι) που σήμαινε "τοποθετώ". Ως σύνθετο ρήμα σχηματίζει τον αόριστο "επέστησα" και τον μέλλοντα "θα επιστήσω".

π.χ. Θα ήθελα να επιστήσω την τιμή σας, στον ιδιαίτερο προσκεκλημένο της βραδιάς.

Παρόμοια σχηματίζεται και το καθιστώ (κατά + ίστημι): κατέστησα, θα καταστήσω σαφές.

2 Kommentare


Die Kommentarfunktion wurde abgeschaltet.

επιστήμη

<αρχ. επιστήμη < θ. επι-στη-, από μεταπτωτ. βαθμίδα του ρ. επίσταμαι "γνωρίζω καλά - ασχολούμαι συστηματικά με κάτι" + παραγ. τέρμα -μη, πβ. κ. μνή-μη, φή-μη.

(πηγή ετυμολογικό Μπαμπινιώτη)


Gefällt mir

«Το ρήμα εφιστώ προέρχεται από το αρχαίο ρήμα εφίστημι (επί + ίστημι) που σήμαινε "τοποθετώ".»


Σχετικά μέ τό ανωτέρω θά σάς παρακαλούσα νά μού δώσετε τόν ορισμό τής λέξης "επιστήμη". Ετυμολογικά, εφόσον έχουμε πρόθεση (επί) καί ρήμα (ίστημι), η μέν πρόθεση είναι τοπική (δηλώνει τόπο) τό δέ ρήμα, προδήλως, θέση ή στάση... υφισταμένου ή επισταμένου. Δηλαδή, ίστημι (στέκομαι) επί... . Πού ακριβώς "ίσταται επί" ο επιστήμονας ; Επί ιστού ή μήπως κάπου αλλού ;


Σάς ευχαριστώ

Gefällt mir
bottom of page